Μετάφραση του "perfunctory" σε Ελληνικά

Οι τυπικός, αβαθής, επιπόλαιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perfunctory" σε Ελληνικά.

perfunctory adjective γραμματική

Done merely to discharge a duty; performed mechanically and as a thing of rote; done in a careless and superficial manner; characterized by indifference; as, perfunctory admonitions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τυπικός

    Similarly, our ministry must not become perfunctory, done only out of obligation.

    Παρόμοια, εμείς δεν πρέπει να επιτελούμε τη διακονία μας τυπικά, από υποχρέωση και μόνο.

  • αβαθής

    adjective
  • επιπόλαιος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιφανειακός
    • Done superficially, only as a matter of routine; careless or cursory
    • done quickly, without taking care or interest ... επιπολαιος, βιαστικος, αβαθης, τυπικος ... done merely to discharge a duty
    • επιπολαιος, επιφανειακος, ρουτινιαρικος
    • αδιάφορος
    • απαθής
    • απρόσεκτος
    • προσποιητός
    • πρόχειρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perfunctory " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perfunctory" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη