Μετάφραση του "perfuming" σε Ελληνικά
Το αρωματοποιία είναι η μετάφραση του "perfuming" σε Ελληνικά.
perfuming
verb
Present participle of perfume. [..]
-
αρωματοποιία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " perfuming " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "perfuming" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μπουκάλι αρώματος
-
Το άρωμα
-
αρωματοποιός
-
μυρωμένος
-
A pleasant fragrance for women · άρωμα · αρωματίζω · ευωδιά · η μυρωδιά · το άρωμα
-
A pleasant fragrance for women · άρωμα · αρωματίζω · ευωδιά · η μυρωδιά · το άρωμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη