Μετάφραση του "periodical" σε Ελληνικά
Οι περιοδικό, περιοδικός, εφημερίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "periodical" σε Ελληνικά.
periodical
adjective
noun
γραμματική
A publication issued regularly, but less frequently than daily [..]
-
περιοδικό
noun neuterpublication that appears at fixed intervals
A vessel may appear on only one periodic list.
Ένα σκάφος περιλαμβάνεται σ' ένα και μόνο περιοδικό κατάλογο.
-
περιοδικός
adjective masculineMember States shall ensure that a statement concerning compliance is published periodically.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την περιοδική δημοσίευση δήλωσης ως προς τη συμμόρφωση.
-
εφημερίδα
noun feminineDuring this period it was impossible for Elopak to advertise in that publication.
Κατά την περίοδο αυτή, στάθηκε αδύνατο για την Elopak να διαφημιστεί στη εφημερίδα αυτή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " periodical " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "periodical"
Φράσεις παρόμοιες με "periodical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διάρκεια οδήγησης
-
περιοδικότητα
-
σεζόν
-
διάρκεια · χρονική διάρκεια
-
περίοδος αιχμής · ώρες αιχμής
-
περίοδος χάριτος
-
περιοδικό σήμα
-
ημιπερίοδος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη