Μετάφραση του "periodization" σε Ελληνικά

Οι περιοδολόγηση, ιστορική περίοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "periodization" σε Ελληνικά.

periodization noun γραμματική

The attempt to categorize history into named periods. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιοδολόγηση

    feminine

    process of categorizing something (e.g. history) into named periods

  • ιστορική περίοδος

    process or study of categorizing the past into discrete, quantified named blocks of time

    All one can ever truly say of any particular period of history, sir, is that something happened.

    Το μόvο που μπορεί κάποιος ειλικριvά vα πει για οποιαδήποτε ιστορική περίοδο, κύριε, είvαι ότι κάτι συvέβη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " periodization " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "periodization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "periodization" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη