Μετάφραση του "periodicity" σε Ελληνικά

Το περιοδικότητα είναι η μετάφραση του "periodicity" σε Ελληνικά.

periodicity noun γραμματική

Recurrence of a woman's periods; menstruation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιοδικότητα

    noun feminine

    property of being periodic

    Intensity and periodicity of the data collection and analysis with short explanation.

    Ένταση και περιοδικότητα της συλλογής και ανάλυσης των δεδομένων με σύντομη εξήγηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " periodicity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "periodicity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "periodicity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη