Μετάφραση του "permissiveness" σε Ελληνικά
Το ανεκτικότητα είναι η μετάφραση του "permissiveness" σε Ελληνικά.
permissiveness
noun
γραμματική
The relative likelihood of something or someone to grant permission or allow something to happen. [..]
-
ανεκτικότητα
nounSomeone has got to take a stand for public safety over permissiveness and immorality.
Κάποιος πρέπει να πάρει θέση για την κοινή ασφάλεια πέρα από την ανεκτικότητα και την διαστροφή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " permissiveness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "permissiveness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Άδεια, έγκριση
-
λίστα δικαιωμάτων
-
Επιτρεπτή/ό στάθμη/όριο έκθεσης
-
δικαιώματα
-
επιτρεπτός
-
επιτρεπτώς
-
πολιτική δικαιωμάτων
-
δικαίωμα εκτυπωτή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη