Μετάφραση του "peruke" σε Ελληνικά

Οι περούκα, φενάκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peruke" σε Ελληνικά.

peruke noun γραμματική

A wig, especially one with long hair on the sides and back, worn mainly by men in the 17th and 18th centuries. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περούκα

    noun feminine

    He actually removed his peruke before her.

    Έβγαλε την περούκα μπροστά της.

  • φενάκη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peruke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "peruke"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peruke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη