Μετάφραση του "perv" σε Ελληνικά

Το ανώμαλος είναι η μετάφραση του "perv" σε Ελληνικά.

perv verb noun γραμματική

(slang) Shortened term for pervert. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανώμαλος

    adjective noun masculine

    Like every cheesy little perv-boy on the Internet was her friend.

    Λες και κάθε ανώμαλος του ίντερνετ ήταν φίλος της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perv " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perv" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη