Μετάφραση του "peruse" σε Ελληνικά
Οι μελετώ, εξετάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peruse" σε Ελληνικά.
peruse
verb
noun
γραμματική
(intransitive, regional) To go from place to place; to wander. [..]
-
μελετώ
verbto read completely
Someone has been perusing my psych file.
Κάποιος έχει μελετήσει τον ψυχιατρικό μου φάκελο.
-
εξετάζω
verbto examine or consider with care
A file sharer gets his computer searched and all his private information perused.
Ο υπολογιστής κάποιου που μοιράζεται αρχεία ελέγχεται ενώ όλες οι ιδιωτικές του πληροφορίες εξετάζονται προσεκτικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peruse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη