Μετάφραση του "pervasive" σε Ελληνικά
Οι διάχυτος, διαπεραστικός, διαβρωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pervasive" σε Ελληνικά.
pervasive
adjective
γραμματική
Manifested throughout; pervading, permeating, penetrating or affecting everything. [..]
-
διάχυτος
One encouraging finding is that that drug addiction is less pervasive than widely believed
Μια ενθαρρυντική ανακάλυψη είναι ότι ο εθισμός στα ναρκωτικά είναι λιγότερο διάχυτος από ότι θεωρείτο
-
διαπεραστικός
adjective -
διαβρωτικός
adjectiveWhat Roger is saying is that a defeatist attitude can be pervasive in its negative impact on the outcome of one's mission.
Ο Pότζερ εννοεί πως η ηττοπαθής συμπεριφορά είναι διαβρωτική... και έχει αρνητική επίδραση στην έκβαση κάθε αποστολής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pervasive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Pervasive
-
Διεισδυτικός, διαδεδομένος
Φράσεις παρόμοιες με "pervasive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλατιά διαδεδομένος
-
διάχυση · διαποτισμός · διείσδυση
-
διάχυτες διεπαφές
-
διεισδυτικότητα
-
διάχυτος υπολογισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη