Μετάφραση του "phenol" σε Ελληνικά

Οι φαινόλη, Φαινόλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "phenol" σε Ελληνικά.

phenol noun γραμματική

(organic chemistry, uncountable) A caustic, poisonous, white crystalline compound, C 6 H 5 OH, derived from benzene and used in resins, plastics, and pharmaceuticals and in dilute form as a disinfectant and antiseptic; once called carbolic acid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαινόλη

    A white crystalline soluble poisonous acidic derivative of benzene, used as an antiseptic and disinfectant and in the manufacture of resins, nylon, dyes, explosives and pharmaceuticals.(Source: CED)

    An antimicrobial preservative that does not give rise to false positive reactions, such as phenol, may be added.

    Είναι δυνατή η προσθήκη μικροβιοκτόνου συντηρητικού μέσου όπως η φαινόλη, το οποίο δεν προκαλεί ψευδείς θετικές αντιδράσεις.

  • Φαινόλη

    chemical compound

    An antimicrobial preservative that does not give rise to false positive reactions, such as phenol, may be added.

    Είναι δυνατή η προσθήκη μικροβιοκτόνου συντηρητικού μέσου όπως η φαινόλη, το οποίο δεν προκαλεί ψευδείς θετικές αντιδράσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " phenol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Phenol
+ Προσθήκη

"Phenol" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Phenol στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "phenol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "phenol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη