Μετάφραση του "phenomenological" σε Ελληνικά

Το φαινομενολογικός είναι η μετάφραση του "phenomenological" σε Ελληνικά.

phenomenological adjective γραμματική

(philosophy) Of or relating to phenomenology, or consistent with the principles of phenomenology. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαινομενολογικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " phenomenological " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "phenomenological" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Φαινομενολογία · φαινομενολογία
  • Φαινομενολογία · φαινομενολογία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "phenomenological" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη