Μετάφραση του "phenomenality" σε Ελληνικά

Το φαινομενικότητα είναι η μετάφραση του "phenomenality" σε Ελληνικά.

phenomenality noun γραμματική

The state or property of being phenomenal. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαινομενικότητα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " phenomenality " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "phenomenality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • φαινομενοκρατία
  • έξοχος · απίθανος · εκπληκτικός · πρωτοφανής · φαινομενικός · φανταστικός
  • φαινομενοκρατία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "phenomenality" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη