Μετάφραση του "poorness" σε Ελληνικά

Το φτώχεια είναι η μετάφραση του "poorness" σε Ελληνικά.

poorness noun γραμματική

The quality of being poor [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φτώχεια

    noun feminine

    You gave up your family's money to be poor, Nate.

    Αρνήθηκες τα λεφτά των γονιών σου και προτίμησες τη φτώχεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " poorness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "poorness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καψερός
  • Το καημενούλι
  • άγονος · άθλιος · άπορος · άσχημος · αδύνατος · ανεπαρκής · απαράδεκτος · ατροφικός · ατυχής · δυστυχισμένος · δόλιος · καημένος · κακομοίρης · κακός · λιγνός · μίζερος · μικρός · οι φτωχοί · πενιχρός · πτωχός · σπάνιος · συγκινησιακός · ταλαίπωρος · φτωχικός · φτωχοί · φτωχοφαμελίτης · φτωχός
  • φτωχός εργαζόμενος
  • νομοθεσία κοινωνικής πρόνοιας · νόμος κοινωνικής αρωγής
  • φουκαράς
  • καημένος
  • κάρδαμο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "poorness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη