Μετάφραση του "possessions" σε Ελληνικά

Οι βιος, περιουσία, υπάρχοντα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "possessions" σε Ελληνικά.

possessions noun γραμματική

Plural form of possession. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βιος

    noun
  • περιουσία

    noun

    A man's honour and his good name are his finest possessions.

    Η τιμή και το καλό όνομά ενός άντρα είναι η περιουσία του.

  • υπάρχοντα

    The second shall see his dearest possession in his enemy's hand.

    Ο δεύτερος θα δει τα αγαπημένα του υπάρχοντα στα χέρια του εχθρού του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " possessions " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "possessions" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κατεχόμενος
  • έχω · διαθέτω · κατέχω · κυριεύω
  • κυριότητα, νομή, και κατοχή
  • ανεκτίμητο επίτευγμα · το πιο βαρύτιμο απόκτημα · το πιο πολύτιμο απόκτημα · το πολυτιμότερο αγαθό
  • αυταρχικός · γενική · κτητική · κτητική πτώση · κτητικός
  • αγαθό · απόκτημα · απόκτηση · αυτοέλεγχος · αυτοκυριαρχία · αυτοπειθαρχία · αυτοσυγκράτηση · δαιμονισμός · ιδιοκτησία · κατοχή · κτήμα · κτήση · κυριότητα · νομή · νομή και κατοχή · περιουσία · περιουσιακό στοιχείο
  • κυριότητα, νομή, και κατοχή
  • κτητική
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "possessions" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη