Μετάφραση του "possessor" σε Ελληνικά
Οι κάτοχος, νομέας, ιδιοκτήτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "possessor" σε Ελληνικά.
Agent noun of possess; one who possesses. [..]
-
κάτοχος
noun masculineAnd no one but the possessor of the lamp has the power to see me.
Και μόνο ο κάτοχος του έχει τη δύναμη να με δει.
-
νομέας
noun masculineUnder this proposal, the burden of proof of due care and attention in acquiring the object will lie with the possessor.
Η παρούσα πρόταση προβλέπει ότι ο νομέας φέρει το βάρος της απόδειξης όσον αφορά την επιμέλεια που πρέπει να επιδεικνύει κατά την απόκτηση του αγαθού.
-
ιδιοκτήτης
noun masculineDonald Fagin, the current possessor of Piz's guitar offered to sell it back to Piz for the $ 500 he paid for it.
Ο Ντόναλτ Φάγκαν, ο τωρινός ιδιοκτήτης της κιθάρας του Πιζ, προσφέρθηκε να την πουλήσει πίσω στον Πιζ για τα 500 $ που πλήρωσε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " possessor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate