Μετάφραση του "possessive" σε Ελληνικά
Οι κτητικός, γενική, αυταρχικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "possessive" σε Ελληνικά.
Of or pertaining to ownership or possession. [..]
-
κτητικός
adjective masculinepertaining to possession [..]
The ex, Craig said the fireman was a real possessive type.
Ο Κρεγκ είπε ότι ο πυροσβέστης ήταν πολύ κτητικός.
-
γενική
noun feminineThey do not therefore possess the general, comprehensive character which is otherwise naturally inherent in general principles.
Επομένως, στερούνται του γενικού χαρακτήρα που είναι συμφυής εκ φύσεως με τις γενικές αρχές του δικαίου.
-
αυταρχικός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κτητική πτώση
- κτητική
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " possessive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Possessive" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Possessive στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "possessive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βιος · περιουσία · υπάρχοντα
-
κατεχόμενος
-
έχω · διαθέτω · κατέχω · κυριεύω
-
κυριότητα, νομή, και κατοχή
-
ανεκτίμητο επίτευγμα · το πιο βαρύτιμο απόκτημα · το πιο πολύτιμο απόκτημα · το πολυτιμότερο αγαθό
-
αγαθό · απόκτημα · απόκτηση · αυτοέλεγχος · αυτοκυριαρχία · αυτοπειθαρχία · αυτοσυγκράτηση · δαιμονισμός · ιδιοκτησία · κατοχή · κτήμα · κτήση · κυριότητα · νομή · νομή και κατοχή · περιουσία · περιουσιακό στοιχείο
-
κυριότητα, νομή, και κατοχή
-
κτητική