Μετάφραση του "precedency" σε Ελληνικά

Οι προτεραιότητα, προβάδισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "precedency" σε Ελληνικά.

precedency noun γραμματική

The characteristic of establishing or serving as a precedent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προτεραιότητα

    noun feminine

    If you don't mind, the Crown takes precedence.

    Αν δεν σας πειράζει, το Στέμμα έχει προτεραιότητα.

  • προβάδισμα

    noun

    The aim of this vote is simply and exclusively to determine the order of precedence.

    Ο σκοπός της ψηφοφορίας είναι αποκλειστικά και μόνο να καθοριστεί το προβάδισμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " precedency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "precedency" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • προηγούμαι
  • δεδικασμένο · δικαστικό προηγούμενο · νομικό προηγούμενο
  • Μέθοδος διαγράμματος προτεραιοτήτων
  • Προτεραιότητα, προβάδισμα
  • Μέθοδος διαγράμματος προτεραιοτήτων
  • δεδικασμένο · δικαστικό προηγούμενο · προηγούμενο · προηγούμενος
  • προηγούμενος · τέως
  • εισάγω · παρουσιάζω · προηγούμαι · προηγούμαι χρονικά [+Γεν.] · προπορεύομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "precedency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη