Μετάφραση του "preceeding" σε Ελληνικά
Το προηγούμενος είναι η μετάφραση του "preceeding" σε Ελληνικά.
preceeding
-
προηγούμενος
adjectiveConcerning the Swedish Aid area, the review revealed that production levels had in the preceeding years been decreasing.
Όσον αφορά τη σουηδική περιοχή ενίσχυσης, από την επανεξέταση προέκυψε ότι τα επίπεδα παραγωγής μειώνονταν τα προηγούμενα χρόνια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " preceeding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη