Μετάφραση του "preceding" σε Ελληνικά

Οι προηγούμενος, τέως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "preceding" σε Ελληνικά.

preceding adjective verb γραμματική

Occurring before or in front of something else, in time, place, rank or sequence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προηγούμενος

    adjective

    The actions may also concern the preceding and subsequent financial frameworks.

    Οι δράσεις μπορούν επίσης να αφορούν τα προηγούμενα και επόμενα δημοσιονομικά πλαίσια.

  • τέως

    adverb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " preceding " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Preceding
+ Προσθήκη

"Preceding" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Preceding στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "preceding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • προηγούμαι
  • δεδικασμένο · δικαστικό προηγούμενο · νομικό προηγούμενο
  • Μέθοδος διαγράμματος προτεραιοτήτων
  • Προτεραιότητα, προβάδισμα
  • Μέθοδος διαγράμματος προτεραιοτήτων
  • δεδικασμένο · δικαστικό προηγούμενο · προηγούμενο · προηγούμενος
  • εισάγω · παρουσιάζω · προηγούμαι · προηγούμαι χρονικά [+Γεν.] · προπορεύομαι
  • φαινόμενο προτεραιότητας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "preceding" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη