Μετάφραση του "prentice" σε Ελληνικά
Το μαθητευόμενος είναι η μετάφραση του "prentice" σε Ελληνικά.
prentice
verb
noun
γραμματική
(obsolete) An apprentice. [..]
-
μαθητευόμενος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prentice " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Prentice
proper
A surname. [..]
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Prentice" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Prentice στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη