Μετάφραση του "prescribing" σε Ελληνικά

Το συνταγογράφηση είναι η μετάφραση του "prescribing" σε Ελληνικά.

prescribing verb

Present participle of prescribe. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνταγογράφηση

    noun

    Consider and, if appropriate, implement incentive systems for appropriate prescribing.

    Εξετάζουν και, κατά περίπτωση, εφαρμόζουν συστήματα κινήτρων για ενδεδειγμένη συνταγογράφηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prescribing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prescribing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διατάσσω · επιτάσσω · καθορίζω · ορίζω · προδιαγράφω · συνταγογραφώ · υπαγορεύω · χορηγώ
  • καθορισμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prescribing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη