Μετάφραση του "prescriptive" σε Ελληνικά
Οι ρυθμιστικός, εθιμικός, παραδοσιακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prescriptive" σε Ελληνικά.
prescriptive
adjective
γραμματική
Of or pertaining to prescribing or enjoining, especially an action or behavior based on a norm or standard. [..]
-
ρυθμιστικός
-
εθιμικός
-
παραδοσιακός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prescriptive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "prescriptive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νόμιμη σύντμηση της προθεσμίας παραγραφής
-
συνταγή
-
συνταγογραφούμενα φάρμακα
-
εκτελώ συνταγή
-
δικαιώματος · εντολή · ιατρική συνταγή · οδηγία · παραγραφή · προδιαγραφή · συνταγή · φάρμακο συνταγής · χρησικτησία
-
διαταγή · εντολή
-
δικαιώματος · εντολή · ιατρική συνταγή · οδηγία · παραγραφή · προδιαγραφή · συνταγή · φάρμακο συνταγής · χρησικτησία
-
δικαιώματος · εντολή · ιατρική συνταγή · οδηγία · παραγραφή · προδιαγραφή · συνταγή · φάρμακο συνταγής · χρησικτησία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη