Μετάφραση του "prevent" σε Ελληνικά

Οι αποτρέπω, προλαμβάνω, παρεμποδίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prevent" σε Ελληνικά.

prevent verb γραμματική

(transitive) To stop; to keep (from happening). [from 16th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτρέπω

    verb

    to keep from happening

    That doesn't mean that other me still can't prevent it.

    Ο άλλος μου εαυτός μπορεί ακόμα να το αποτρέψει.

  • προλαμβάνω

    verb

    Soil compaction also reduces soil’s capacity to prevent nutrient loss.

    Επίσης, η συμπίεση του εδάφους μειώνει την ικανότητά του να προλαμβάνει την απώλεια θρεπτικών συστατικών.

  • παρεμποδίζω

    verb

    Competition should not prevent innovation or create additional costs for the consumer.

    Ο ανταγωνισμός δεν πρέπει να παρεμποδίζει την καινοτομία, ούτε να προκαλεί επιπρόσθετες δαπάνες για τον καταναλωτή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμποδίζω
    • αποκλείω
    • προλαβαίνω
    • αποσοβώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prevent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Prevent
+ Προσθήκη

"Prevent" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Prevent στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "prevent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εμπόδιο · επιβάρυνση · κωλισιεργία · κώλυμα · μέσο αντισύλληψης · προληπτικός
  • αποτροπή · παρεμπόδιση · προληψη · προφύλαξη · πρόληψη
  • Σύστημα πρόληψης παρείσδυσης
  • πρόληψη των ασθενειών
  • αποτρέπω · εμποδίζω
  • πρόληψη της ρύπανσης των υδάτων
  • γεννητικός έλεγχος
  • εμπόδιο · επιβάρυνση · κωλισιεργία · κώλυμα · μέσο αντισύλληψης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prevent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη