Μετάφραση του "prevarication" σε Ελληνικά

Οι ψέμμα, υπεκφυγή, ψέμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prevarication" σε Ελληνικά.

prevarication noun γραμματική

(now rare) Deviation from what is right or correct; transgression, perversion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψέμμα

    A false statement made with the intention to deceive.

  • υπεκφυγή

    And how does killing Wilkes fit into your moral prevarication?

    Και γιατί η ηθική σου υπεκφυγή θέλει τον θάνατο του Γουίλκς;

  • ψέμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prevarication " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prevarication" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prevarication" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη