Μετάφραση του "prevaricate" σε Ελληνικά
Οι ψεύδομαι, παραποιώ, υπεκφεύγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prevaricate" σε Ελληνικά.
prevaricate
verb
γραμματική
(transitive, intransitive, obsolete) To deviate, transgress; to go astray (from). [..]
-
ψεύδομαι
verbTo knowingly say something that is untrue.
-
παραποιώ
verb -
υπεκφεύγω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prevaricate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "prevaricate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπεκφυγή · ψέμα · ψέμμα
-
ψεύτης
-
ψεύτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη