Μετάφραση του "principled" σε Ελληνικά
Οι ηθικός, υπεύθυνος, ευσυνείδητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "principled" σε Ελληνικά.
principled
adjective
γραμματική
Based on, having or manifesting principles. [..]
-
ηθικός
adjective masculineWell, I am sure that you are going to be a strong and principled leader.
Καλά, είμαι σίγουρη πως θα είστε ένας δυνατός και ηθικός αρχηγός.
-
υπεύθυνος
adjective -
ευσυνείδητος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βάσει αρχών
- βασισμένος σε αρχές
- με αρχές
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " principled " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "principled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρχή της προσθετικότητας
-
Ολογραφική αρχή
-
αρχή της αναλογικότητας
-
αρχή της επαλληλίας
-
αρχή της ασφάλειας δικαίου
-
αρχή της επικουρικότητας
-
βάση · βασική αρχή
-
αρχή της αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ · αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη