Μετάφραση του "prink" σε Ελληνικά
Οι στολίζομαι, στολίζω, καλλωπίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prink" σε Ελληνικά.
prink
verb
noun
γραμματική
(obsolete or dialectal) to give a wink; to wink. [..]
-
στολίζομαι
verb -
στολίζω
verb -
καλλωπίζομαι
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ντύνομαι στην πένα
- ντύνομαι στην τρίχα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prink " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη