Μετάφραση του "print" σε Ελληνικά

Οι εκτυπώνω, τυπώνω, έντυπο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "print" σε Ελληνικά.

print adjective verb noun γραμματική

(uncountable) Books and other material created by printing presses, considered collectively or as a medium. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκτυπώνω

    verb

    I'm going to print them and send them back to you.

    θα τις εκτυπώνω και θα σας τις στέλνω πίσω.

  • τυπώνω

    verb

    I would still be really interested in learning how to print pictures.

    Θα με ενδιέφερε να μάθω πώς να τυπώνω φωτογραφίες.

  • έντυπο

    noun neuter

    Each document shall bear a standardized serial number, whether or not printed, by which it can be identified.

    Κάθε έγγραφο φέρει τυποποιημένο αύξοντα αριθμό, έντυπο ή όχι, με τον οποίο είναι δυνατή η εξατομίκευσή του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τύπος
    • εμπριμέ
    • εκτύπωση
    • αποτύπωμα
    • δημοσιεύω
    • ένδειξη
    • κόπια
    • σημάδι
    • αποτυπώ
    • αποτυπώνω
    • κοινοποιώ
    • γνωστοποιώ
    • δημοσιοποιώ
    • ανακοινώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " print " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Print
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τυπώνω, εκτύπωση

Εικόνες με "print"

Φράσεις παρόμοιες με "print" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "print" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη