Μετάφραση του "procrastinator" σε Ελληνικά
Το αναβλητικός, αυτός που χρονοτριβεί είναι η μετάφραση του "procrastinator" σε Ελληνικά.
procrastinator
noun
γραμματική
One who procrastinates; one who delays working on things. [..]
-
αναβλητικός, αυτός που χρονοτριβεί
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " procrastinator " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "procrastinator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναβάλλω · αργοπορώ · είμαι αναβλητικός · καθυστερώ · χρονοτριβώ
-
delaying,αναβλητικοτητα · Αναβλητικότητα · αδράνεια · αναβλητικότητα · αναβολή · παρελκυστικότητα
-
αναβάλλω · καθυστερώ · χρονοτριβώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη