Μετάφραση του "procreate" σε Ελληνικά

Οι παράγω, γεννώ, τεκνοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "procreate" σε Ελληνικά.

procreate verb γραμματική

(transitive) To beget or conceive (offspring). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράγω

    verb

    Whose sole purpose is to procreate and continue a dysfunctional species.

    Που μοναδικός του σκοπός είναι να παράγει και να συνεχίζει ένα δυσλειτουργικό είδος.

  • γεννώ

    verb
  • τεκνοποιώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναπαράγω
    • πολλαπλασιάζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " procreate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "procreate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναπαραγωγή · γέννηση · παραγωγή · προκατασκευή · τεκνοποίηση
  • αναπαραγωγή · γέννηση · παραγωγή · προκατασκευή · τεκνοποίηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "procreate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη