Μετάφραση του "procreation" σε Ελληνικά

Οι αναπαραγωγή, γέννηση, προκατασκευή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "procreation" σε Ελληνικά.

procreation noun γραμματική

The process by which an organism produces others of its biological kind [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναπαραγωγή

    noun feminine

    the sexual activity of conceiving and bearing offspring [..]

    Females are not the only ones who have a biological drive to procreate.

    Οι γυναίκες δεν είναι οι μόνες που έχουν τη βιολογική παρόρμηση για αναπαραγωγή.

  • γέννηση

    noun

    To act against procreation, love and the authority of the father and husband, is a sin!

    Η εναντίωση στη γέννηση, στον έρωτα, στην εξουσία του πατέρα ή στην εξουσία του συζύγου είναι αμάρτημα!

  • προκατασκευή

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τεκνοποίηση
    • παραγωγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " procreation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "procreation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναπαράγω · γεννώ · παράγω · πολλαπλασιάζομαι · τεκνοποιώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "procreation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη