Μετάφραση του "profane" σε Ελληνικά

Οι βέβηλος, ανίερος, ανόσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "profane" σε Ελληνικά.

profane adjective verb noun γραμματική

Unclean; ritually impure; unholy, desecrating a holy place or thing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βέβηλος

    adjective masculine

    Treating sacred matters with contempt, disrespect, irreverence, or undue familiarity

    The world of Enoch’s day was like ours—violent, profane, and ungodly.

    Ο κόσμος των ημερών του Ενώχ ήταν σαν το δικό μας—βίαιος, βέβηλος και ασεβής.

  • ανίερος

    adjective masculine

    Not sacred or holy [..]

    My husband is greedy and conniving and lecherous and profane, and he is also the most fascinating man I have ever known.

    Ο άντρας μου είναι άπληστος, ύπουλος, έκφυλος κι ανίερος αλλά κι ο πιο συναρπαστικός άντρας που έχω γνωρίσει.

  • ανόσιος

    Adjective masculine

    Not sacred or holy [..]

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βεβηλώνω
    • μιαίνω
    • βλάσφημος
    • ειδωλολατρικός
    • ιερόσυλος
    • αμύητος
    • διαφθείρω
    • εξαχρειώνω
    • διαστρέφω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " profane " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Profane
+ Προσθήκη

"Profane" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Profane στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "profane"

Φράσεις παρόμοιες με "profane" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βεβήλωση
  • βεβηλωτής
  • Χυδαιολογία · αθυροστομία · αισχρολογία · ανοσιούργημα · ασέβεια · βλαστήμια · βλασφημία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "profane" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη