Μετάφραση του "protesting" σε Ελληνικά

Οι διαμαρτυρόμενος, διαμαρτυρόμενος (για) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "protesting" σε Ελληνικά.

protesting noun verb γραμματική

Present participle of protest. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαμαρτυρόμενος

    particle

    Polish apple growers will soon be protesting against the low prices offered by the processing industry.

    Οι πολωνοί καλλιεργητές μήλων σύντομα θα διαμαρτύρονται για τις χαμηλές τιμές που προσφέρονται από τη βιομηχανία μεταποίησης.

  • διαμαρτυρόμενος (για)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " protesting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "protesting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαμαρτυρόμενος · προτεστάντης · προτεσταντικός
  • νότα διαμαρτυρίας
  • διαμαρτύρομαι
  • αντιδρώ σε · αντιτάσσομαι · αντιτίθεμαι · αποδοκιμασία · διαδήλωση · διαμαρτυρία · διαμαρτύρομαι · διαμαρτύρομαι για · εκδήλωση διαμαρτυρίας · εναντίωση · εναντιώνομαι
  • ξεσηκώνω διαμαρτυρίες · προκαλώ διαμαρτυρίες
  • πορεία διαμαρτυρίας
  • σε ένδειξη διαμαρτυρίας
  • μετά φανών και λαμπάδων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "protesting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη