Μετάφραση του "proviso" σε Ελληνικά

Οι επιφύλαξη, όρος, προϋπόθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proviso" σε Ελληνικά.

proviso noun γραμματική

A conditional provision to an agreement [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιφύλαξη

    noun

    It is subject to that proviso that the following considerations are set out.

    Οι κατωτέρω εκτιμήσεις διατυπώνονται υπό αυτή την επιφύλαξη.

  • όρος

    noun masculine

    This proviso was removed from the December text.

    Ο όρος αυτός αφαιρέθηκε από το κείμενο του Δεκεμβρίου.

  • προϋπόθεση

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proviso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "proviso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proviso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη