Μετάφραση του "railman" σε Ελληνικά
Το σιδηροδρομικός είναι η μετάφραση του "railman" σε Ελληνικά.
railman
noun
γραμματική
A man who works on a railway.
-
σιδηροδρομικός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " railman " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "railman"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη