Μετάφραση του "railed" σε Ελληνικά
Οι επικρίνω, επιπλήττω, σεξουαλική επαφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "railed" σε Ελληνικά.
railed
verb
Simple past tense and past participle of rail. [..]
-
επικρίνω, επιπλήττω
Να επικρίνω ή να επιπλήττω σοβαρά
-
σεξουαλική επαφή
κάνω σεξουαλική επαφή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " railed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "railed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκάρσια δοκός (cross rail)
-
Ράβδος, σιδηροτροχιά
-
καταφέρομαι εναντίον (+Γεν.)
-
σιδηροδρομική γραμμή
-
Σιδηροτροχιά · βέργα · διαπομπεύω · διασύρω · εκθέτω · εξευτελίζω · κάγκελο · κιγκλίδωμα · κουπαστή · μετοχές σιδηροδρόμων · παραπέτο, κουπασί · ράγα · ράγες · σιδηροδρομικές μεταφορές · σιδηροτροχιά · σιδηρόδρομος · ταξιδεύω · τοποθετώ κιγκλίδωμα · τρένο · υβρίζω · χλευάζω
-
νεροκοτσέλα
-
σιδηροδρομικές μεταφορές
-
Ευρωπαϊκό σύστημα διαχείρισης σιδηροδρομικής κυκλοφορίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη