Μετάφραση του "railing" σε Ελληνικά
Οι κιγκλίδα, κιγκλίδωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "railing" σε Ελληνικά.
railing
verb
noun
γραμματική
A fence or barrier consisting of one or more horizontal rails and vertical supports. [..]
-
κιγκλίδα
femininefence or barrier
-
κιγκλίδωμα
Yeah, somebody had some trouble throwing this body over the rail.
Κάποιος δυσκολεύτηκε να πετάξει το πτώμα από το κιγκλίδωμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " railing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "railing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκάρσια δοκός (cross rail)
-
Ράβδος, σιδηροτροχιά
-
καταφέρομαι εναντίον (+Γεν.)
-
σιδηροδρομική γραμμή
-
Σιδηροτροχιά · βέργα · διαπομπεύω · διασύρω · εκθέτω · εξευτελίζω · κάγκελο · κιγκλίδωμα · κουπαστή · μετοχές σιδηροδρόμων · παραπέτο, κουπασί · ράγα · ράγες · σιδηροδρομικές μεταφορές · σιδηροτροχιά · σιδηρόδρομος · ταξιδεύω · τοποθετώ κιγκλίδωμα · τρένο · υβρίζω · χλευάζω
-
νεροκοτσέλα
-
σιδηροδρομικές μεταφορές
-
Ευρωπαϊκό σύστημα διαχείρισης σιδηροδρομικής κυκλοφορίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη