Μετάφραση του "reducing" σε Ελληνικά

Το μειώνοντας είναι η μετάφραση του "reducing" σε Ελληνικά.

reducing adjective verb noun γραμματική

Present participle of reduce. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μειώνοντας

    particle

    At the moment, it reads 'reducing emissions for deforestation and degradation'.

    Τώρα αναφέρεται 'μειώνοντας τις εκπομπές για την αποψίλωση και την υποβάθμιση των δασών'.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reducing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Reducing
+ Προσθήκη

"Reducing" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Reducing στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "reducing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γίνομαι πετσί και κόκκαλο
  • αδυνατίζω · ανάγω · αποξειγονώνω · αποξειδώνω · βράζω · γίνομαι · ελαττώνω · ζέω · καταβιβάζω · καταδέχομαι · καταντώ · κατεβάζω · μείωση · μειώνω · μειώνώ · μετατρέπω · μικραίνω · περιορίζω · περιστέλλω · συρρικνώνω · χαμηλώνω
  • υποδουλώνω
  • Διπλή πλευρική ζώνη - μειωμένου φέροντος
  • Υπολογιστής περιορισμένου συνόλου εντολών
  • Υπολογιστής περιορισμένου συνόλου εντολών
  • απλοποιημένος · ενδεής · εξαθλιωμένος · μειωμένος
  • Διπλή πλευρική ζώνη - μειωμένου φέροντος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reducing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη