Μετάφραση του "reduction" σε Ελληνικά

Οι μείωση, αναγωγή, ελάττωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reduction" σε Ελληνικά.

reduction noun γραμματική

The act, process, or result of reducing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μείωση

    noun feminine

    act, process, or result of reducing [..]

    The proposal enables future modification of pathogen reduction targets.

    Η πρόταση επιτρέπει τη μελλοντική τροποποίηση των στόχων για τη μείωση των παθογόνων.

  • αναγωγή

    noun feminine

    math: rewriting an expression [..]

    It constitutes an essential input for the chemical reduction of iron ore.

    Συνιστά απαραίτητο στοιχείο για τη χημική αναγωγή του σιδηρομεταλλεύματος.

  • ελάττωση

    noun feminine

    act, process, or result of reducing

    This has also contributed to the reduction of fragmentation of schedules at airports, be it marginally.

    Αυτό συνέβαλε επίσης, έστω και οριακά, στην ελάττωση του κατακερματισμού των προγραμμάτων των πτήσεων στους αερολιμένες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έκπτωση
    • περιστολή
    • χαμήλωμα
    • καταβιβασμός
    • κατέβασμα
    • χημική αναγωγή
    • μετατροπή
    • υποβίβαση
    • ανάταξη
    • αδυνάτισμα
    • Μαθηματική αναγωγή
    • μείωση, αναγωγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reduction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Reduction
+ Προσθήκη

"Reduction" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Reduction στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "reduction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reduction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη