Μετάφραση του "refractoriness" σε Ελληνικά

Το πείσμα είναι η μετάφραση του "refractoriness" σε Ελληνικά.

refractoriness noun γραμματική

The quality of being refractory. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πείσμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " refractoriness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "refractoriness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • MOS διαθλαστικής
  • MOS διαθλαστικής
  • Resistant to process, stimulus, or treatment · ανυπότακτος · δυσίατος · δυσκολογιάτρευτος · δύστηκτος · πείσμων · πυρίμαχος
  • Resistant to process, stimulus, or treatment · ανυπότακτος · δυσίατος · δυσκολογιάτρευτος · δύστηκτος · πείσμων · πυρίμαχος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "refractoriness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη