Μετάφραση του "refractory" σε Ελληνικά
Οι δύστηκτος, ανυπότακτος, δυσίατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "refractory" σε Ελληνικά.
refractory
adjective
noun
γραμματική
Obstinate and unruly; strongly opposed to something. [..]
-
δύστηκτος
adjectivenot affected by great heat
Basel entry B1030 shall read: “Residues containing refractory metals”;
H καταχώριση Β1030 της σύμβασης της Βασιλείας έχει ως εξής: “Υπολείμματα που περιέχουν δύστηκτα μέταλλα”.
-
ανυπότακτος
adjective masculineObstinate; strongly opposed
-
δυσίατος
adjective masculinemedicine: difficult to heal
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δυσκολογιάτρευτος
- Resistant to process, stimulus, or treatment
- stubbornly resistant to control, treatment, or extreme heat
- πυρίμαχος
- πείσμων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " refractory " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Refractory
-
MOS διαθλαστικής
Φράσεις παρόμοιες με "refractory" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πείσμα
-
MOS διαθλαστικής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη