Μετάφραση του "refrain" σε Ελληνικά

Οι επωδός, απέχω, ρεφρέν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "refrain" σε Ελληνικά.

refrain verb noun γραμματική

(transitive) To hold back; to restrain; to keep within prescribed bounds; to curb; to govern. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επωδός

    noun feminine

    burden of song

    The oft-repeated refrain that we are striving to rationalise the budget will become more than mere words this year.

    " συχνά επαναλαμβανόμενη επωδός ότι προσπαθούμε να εξορθολογίσουμε τον προϋπολογισμό θα περάσει φέτος από τα λόγια στην πράξη.

  • απέχω

    verb

    Officials shall refrain from any form of psychological or sexual harassment.

    Ο υπάλληλος απέχει από κάθε μορφή ηθικής ή σεξουαλικής παρενόχλησης.

  • ρεφρέν

    noun neuter

    burden of song

    We'll take the refrain again and it'll be even better.

    Θα πάρουμε το ρεφρέν ξανά και θα το πούμε ακόμη καλύτερα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρεφραίν
    • αποφεύγω
    • εγκρατεύομαι
    • συγκρατούμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " refrain " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "refrain" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "refrain" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη