Μετάφραση του "relativism" σε Ελληνικά
Οι σχετικισμός, Σχετικισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relativism" σε Ελληνικά.
relativism
noun
γραμματική
(uncountable, philosophy) The theory, especially in ethics or aesthetics, that conceptions of truth and moral values are not absolute but are relative to the persons or groups holding them. [..]
-
σχετικισμός
nounThere is no cultural relativism to this approach.
Δεν υπάρχει κοινωνικός σχετικισμός σε αυτήν την προσέγγιση.
-
Σχετικισμός
There is no cultural relativism to this approach.
Δεν υπάρχει κοινωνικός σχετικισμός σε αυτήν την προσέγγιση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " relativism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "relativism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πολιτισμικός σχετικισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη