Μετάφραση του "relieved" σε Ελληνικά
Οι αθόρηβος, ανακουφισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relieved" σε Ελληνικά.
relieved
adjective
verb
γραμματική
Experiencing or exhibiting relief. [..]
-
αθόρηβος
-
ανακουφισμένος
I think Tom is relieved.
Νομίζω ότι ο Θωμάς είναι ανακουφισμένος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " relieved " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Relieved
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Relieved" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Relieved στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "relieved" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανακουφίζομαι · ανακουφίζω · αντικαθιστώ · απαλλάσσω · απαλύνω · απελευθερώνομαι · καταπραΰνω
-
ανακουφιστικός
-
απαλλάσσω κπ από τα καθήκοντά του · παύω κπ από τα καθήκοντά του
-
μου φεύγει ένα βάρος
-
ξαλαφρωμένος
-
απαλλάσσομαι (από) · ενεργούμαι · ουρώ · πάω στο μέρος
-
ανακουφίζω
-
ανακουφιστικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη