Μετάφραση του "servile" σε Ελληνικά
Οι δουλικός, δουλοπρεπής, ανελεύθερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "servile" σε Ελληνικά.
servile
adjective
noun
γραμματική
of or pertaining to a slave. [..]
-
δουλικός
adjective masculinesubmissive or slavish
The most wretched, miserable, servile pathetic trash that was ever shat into civilisation!
Η πιο άθλια, δουλική, κακομοίρικη ράτσα... που γνώρισε ο πολιτισμός!
-
δουλοπρεπής
adjectiveI thank you from the bottom of my servile soul for saving my life.
Σε ευχαριστώ από τα βάθη της δουλοπρεπής ψυχής μου που μου έσωσες την ζωή.
-
ανελεύθερος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " servile " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "servile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ραγιάς
-
δουλική αντιγραφή
-
ανελευθερία · δουλικότητα · δουλοπρέπεια · ραγιαδισμός
-
προσκυνημένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη