Μετάφραση του "servility" σε Ελληνικά

Οι δουλικότητα, ανελευθερία, ραγιαδισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "servility" σε Ελληνικά.

servility noun γραμματική

the condition of being servile [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλικότητα

    feminine

    condition of being servile

    It demonstrates his servility, his need for help, his dependence.

    Αποδεικνύει τη δουλικότητα του, την ανάγκη του για βοήθεια, την εξάρτηση του.

  • ανελευθερία

    noun feminine

    condition of being servile

  • ραγιαδισμός

    masculine

    condition of being servile

  • δουλοπρέπεια

    feminine

    Yet “lowliness of mind” has nothing to do with servility, groveling, cowardice or lack of energy.

    Εν τούτοις, η ταπεινοφροσύνη δεν έχει καμμιά σχέσι με τη δουλοπρέπεια, τη χαμέρπεια, τη δειλία, ή την έλλειψι ενεργητικότητος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " servility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "servility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "servility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη