Μετάφραση του "serving" σε Ελληνικά
Οι μερίδα, εθελόδουλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "serving" σε Ελληνικά.
serving
adjective
noun
verb
γραμματική
(uncountable) The action of the verb to serve . [..]
-
μερίδα
noun feminineportion of food
This provision does not apply to packages intended for single servings.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για τις συσκευασίες ατομικής μερίδας.
-
εθελόδουλος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " serving " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "serving" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξυπηρέτηση κατά σειρά προτεραιότητας
-
ασκώ · διακονώ · εκτίνω · εκτίω · εκτελώ χρέη · εξυπηρετώ · θητεύω · κάνω · κάνω σερβίς · παρέχω εξυπηρέτηση · παραθέτω · περιποιούμαι · προσφέρω · σερβίρισμα · σερβίρω · σερβίς · υπηρετώ · χρησιμεύω
-
υπηρετώ
-
τι σκοπό εξυπηρετεί
-
ιδιοτελής
-
το τραπέζι είναι έτοιμο
-
τι σκοπό εξυπηρετεί
-
κλητεύομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη