Μετάφραση του "shelling" σε Ελληνικά

Οι βομβαρδισμός, καταιγισμός πυρών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shelling" σε Ελληνικά.

shelling noun verb γραμματική

Present participle of shell. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βομβαρδισμός

    noun

    When this shelling stops... you and your outfit take over this whole right sector.

    Όταν σταματήσει ο βομβαρδισμός, με την ομάδα σου ανάλαβε αυτόν τον τομέα δεξιά.

  • καταιγισμός πυρών

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shelling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "shelling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γρανάτα · αποφλοιώνω · βομβαρδίζω · βόμβα · κάλυκας · κάψα · κέλυφος · καβούκι · καύκαλο · κοχύλι · μαλάκιο · ξεφλουδίζω · οβίδα · τερματικό · τσόφλι · τύμπανο · φισέκι · φλοιός · φλούδα · φυσίγγιο · όστρακα · όστρακο
  • Ηλεκτρονική στοιβάδα
  • Καλόγνωμη
  • κέλυφος στρειδιού
  • αποφλοιωμένος
  • θραύσμα
  • όστρακο με χτένι
  • παπάς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shelling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη