Μετάφραση του "shellproof" σε Ελληνικά

Το τεθωρακισμένος είναι η μετάφραση του "shellproof" σε Ελληνικά.

shellproof adjective γραμματική

Resistant to shelling. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεθωρακισμένος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shellproof " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "shellproof"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shellproof" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη